|
Το αποτέλεσμα είναι
ιδιαίτερα κρίσιμο: η
Ευρώπη εισέρχεται στην
περίοδο θέρμανσης με τα
αποθέματα φυσικού αερίου
σε αισθητά χαμηλότερα
επίπεδα από τα
συνηθισμένα.
Αποθήκες στο 71% –
Γερμανία μόλις στο 57%
Οι ευρωπαϊκές αποθήκες
φυσικού αερίου είναι
σήμερα γεμάτες περίπου
κατά 71%,
έναντι περίπου
87% που
αποτελεί τον εποχικό
μέσο όρο.
Στη Γερμανία, το ποσοστό
είναι ακόμη χαμηλότερο,
μόλις 57%,
αυξάνοντας την
ευαισθησία της αγοράς σε
μια περίοδο έντονου
ψύχους ή σε νέα
προβλήματα εφοδιασμού.
Η σημασία των αποθηκών
είναι μεγάλη. Οι
υπόγειες εγκαταστάσεις
της Ευρωπαϊκής Ένωσης
μπορούν να καλύψουν
περίπου το ένα τρίτο των
ετήσιων αναγκών της σε
φυσικό αέριο. Σε
περιόδους ακραίου
ψύχους, όταν οι
εισαγωγές μέσω αγωγών
και LNG
δεν επαρκούν, οι
αποθηκευμένες ποσότητες
μπορούν να καλύψουν
περισσότερο από το μισό
της ημερήσιας
κατανάλωσης.
Η κατάσταση γίνεται
ακόμη πιο σύνθετη επειδή
η Ευρώπη δεν έχει πλέον
την προηγούμενη πρόσβαση
σε μεγάλες ποσότητες
ρωσικού φυσικού αερίου
μέσω αγωγών.
Η αγορά LNG
αλλάζει τους κανόνες
Μετά τη ρωσική εισβολή
στην Ουκρανία, η Ευρώπη
στράφηκε μαζικά στο
υγροποιημένο
φυσικό αέριο (LNG).
Η αλλαγή αυτή
διαφοροποίησε τις πηγές
εφοδιασμού, αλλά
ταυτόχρονα έκανε την
ευρωπαϊκή αγορά
περισσότερο εξαρτημένη
από τις παγκόσμιες
ισορροπίες προσφοράς και
ζήτησης.
Η Ευρώπη πλέον
ανταγωνίζεται την Ασία
και άλλες αγορές για τα
ίδια φορτία LNG.
Όταν η διαθέσιμη
προσφορά περιορίζεται, η
τιμή που πρέπει να
πληρώσει για να
προσελκύσει φορτία
αυξάνεται.
Οι αναταράξεις στη Μέση
Ανατολή και οι
περιορισμοί στις ροές
μέσω του Ορμούζ έχουν
προσθέσει ακόμη έναν
παράγοντα αβεβαιότητας,
σε μια αγορά που ήδη
λειτουργεί με μικρότερα
περιθώρια ασφαλείας.
Το μεγάλο πρόβλημα: δεν
συμφέρει η αποθήκευση
Η οικονομική λογική
είναι απλή.
Ένας trader
θα αγοράσει φυσικό αέριο
σήμερα για να το
αποθηκεύσει μόνο εάν η
μελλοντική τιμή είναι
αρκετά υψηλότερη ώστε να
καλύπτει:
την τιμή αγοράς,
το κόστος αποθήκευσης,
το κόστος
χρηματοδότησης,
τις απώλειες και τα
λειτουργικά έξοδα,
και φυσικά ένα περιθώριο
κέρδους.
Όταν η μελλοντική τιμή
δεν καλύπτει αυτά τα
κόστη, η αγορά και
αποθήκευση παύει να έχει
οικονομικό νόημα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι
τον Μάρτιο, η αγορά
φυσικού αερίου για
παράδοση το καλοκαίρι με
στόχο την πώλησή του τον
επόμενο χειμώνα
συνεπαγόταν ζημία άνω
των 8 ευρώ ανά
μεγαβατώρα,
ακόμη και πριν
υπολογιστούν τα τέλη
αποθήκευσης.
Και το πρόβλημα δεν
περιορίζεται στον φετινό
χειμώνα. Τα συμβόλαια
για τον Μάιο του
2027
διαμορφώνονται σήμερα σε
υψηλότερα επίπεδα από
εκείνα του επόμενου
Νοεμβρίου, ένδειξη ότι η
παραδοσιακή εποχική
καμπύλη της αγοράς έχει
ουσιαστικά αντιστραφεί.
Από την αγορά στο κράτος
Η ανατροπή αυτή
δημιουργεί ένα νέο
δίλημμα για τις
ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Μέχρι σήμερα, μεγάλο
μέρος της ασφάλειας
εφοδιασμού στηριζόταν
στα εμπορικά
αποθέματα, τα
οποία διαχειρίζονται
ενεργειακές εταιρείες
και traders
με βάση τα σήματα των
τιμών.
Όταν όμως τα σήματα της
αγοράς δεν ενθαρρύνουν
την αποθήκευση, τίθεται
το ερώτημα εάν πρέπει να
παρέμβει το κράτος.
Ήδη εννέα χώρες
της ΕΕ διαθέτουν
στρατηγικά αποθέματα
φυσικού αερίου,
συνολικού ύψους περίπου
12 δισ. κυβικών μέτρων.
Η ποσότητα αυτή
αντιστοιχεί περίπου στο
12% της συνολικής
δυναμικότητας
αποθήκευσης της ΕΕ και
καλύπτει περίπου
13 ημέρες μέσης
κατανάλωσης.
Τα στρατηγικά αποθέματα
λειτουργούν διαφορετικά
από τα εμπορικά. Το
κράτος αγοράζει ή
ελέγχει το φυσικό αέριο
και το κρατά διαθέσιμο
για περίπτωση σοβαρής
διαταραχής του
εφοδιασμού.
Η Γερμανία στο επίκεντρο
Το πρόβλημα είναι
ιδιαίτερα έντονο στη
Γερμανία,
η οποία διαθέτει τη
μεγαλύτερη δυναμικότητα
αποθήκευσης στην Ευρώπη.
Στις εγκαταστάσεις της
Epe,
κοντά στα ολλανδικά
σύνορα, τα αποθέματα
παραμένουν χαμηλότερα
από τους μέσους όρους
των προηγούμενων ετών,
ενώ η εγκατάσταση
Epe
Uniper
H-Gas
εμφανίζει πληρότητα
περίπου 79%.
Παράλληλα, η κρατική
Uniper
και η Bayernugs
έχουν ζητήσει τον
παροπλισμό δύο
εγκαταστάσεων από το
επόμενο έτος, γεγονός
που δείχνει πόσο δύσκολη
έχει γίνει η οικονομική
λειτουργία ορισμένων
μονάδων αποθήκευσης.
Η γερμανική κυβέρνηση
έχει εξετάσει το
ενδεχόμενο να επιβάλει
υποχρεωτικά επίπεδα
πλήρωσης για το επόμενο
έτος, ενώ έχει συζητήσει
ακόμη και τη χρήση
διαγωνισμών μέσω των
οποίων θα αποζημιώνονται
traders
ώστε να διατηρούν
διαθέσιμες ποσότητες.
Ο κίνδυνος της κρατικής
παρέμβασης
Η κρατική παρέμβαση,
ωστόσο, μπορεί να
δημιουργήσει και νέες
στρεβλώσεις.
Το 2022, όταν η Γερμανία
προχώρησε σε μεγάλες
αγορές φυσικού αερίου
για να γεμίσει τις
αποθήκες της εν μέσω
ενεργειακής κρίσης, η
αυξημένη ζήτηση συνέβαλε
στην περαιτέρω άνοδο των
ευρωπαϊκών τιμών.
Το δίλημμα είναι
επομένως σύνθετο: το
κράτος πρέπει να
διασφαλίσει ότι υπάρχουν
επαρκή αποθέματα σε
περίπτωση κρίσης, χωρίς
όμως οι παρεμβάσεις του
να προκαλούν επιπλέον
άνοδο των τιμών.
Μια ιδιαίτερα ψυχρή
περίοδος ή μια νέα
διαταραχή στις εισαγωγές
LNG
θα μπορούσε να αναγκάσει
την Ευρώπη να αγοράσει
μεγάλες ποσότητες στη
διεθνή αγορά, σε
ιδιαίτερα υψηλές τιμές.
Αυτό θα μεταφερόταν
στους λογαριασμούς
ενέργειας, θα ενίσχυε
τον πληθωρισμό και θα
επιβάρυνε την ευρωπαϊκή
οικονομία.
Ο κανόνας του 90%
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει
ήδη θεσπίσει
υποχρεωτικούς στόχους
για τα επίπεδα
αποθήκευσης.
Με βάση το ισχύον
πλαίσιο έως το 2027, οι
εγκαταστάσεις θα πρέπει
να φτάνουν σε πληρότητα
90%
μεταξύ Οκτωβρίου και
Δεκεμβρίου.
Σε δύσκολες συνθήκες το
όριο μπορεί να
υποχωρήσει στο 80%, ενώ
σε περίπτωση επίμονων
προβλημάτων μπορεί να
φτάσει ακόμη και στο
75%.
Η Ευρώπη διαθέτει
περίπου 150 δισ.
κυβικά μέτρα
υπόγειας δυναμικότητας
αποθήκευσης, εκ των
οποίων περίπου το 70%
βρίσκεται στην ΕΕ.
Το πρόβλημα, όμως, δεν
είναι μόνο πόσο μεγάλη
είναι η χωρητικότητα.
Είναι και το εάν υπάρχει
οικονομικό κίνητρο ώστε
αυτή η χωρητικότητα να
γεμίσει.
Η νέα πραγματικότητα της
ευρωπαϊκής αγοράς
Η ευρωπαϊκή αγορά
φυσικού αερίου βρίσκεται
έτσι μπροστά σε μια
διαρθρωτική αλλαγή.
Η εποχή κατά την οποία
οι traders
μπορούσαν να αγοράζουν
φθηνά το καλοκαίρι, να
αποθηκεύουν και να
πωλούν ακριβότερα τον
χειμώνα δεν αποτελεί
πλέον αυτονόητο
επιχειρηματικό μοντέλο.
Η απώλεια του ρωσικού
αερίου, η μεγαλύτερη
εξάρτηση από το
LNG,
ο παγκόσμιος
ανταγωνισμός για φορτία
και η αβεβαιότητα στις
διεθνείς αγορές έχουν
αλλάξει τη συμπεριφορά
των τιμών.
Και εδώ βρίσκεται το
μεγάλο ευρωπαϊκό
στοίχημα: οι
αποθήκες πρέπει να
γεμίσουν ακόμη και όταν
η αγορά δεν δίνει στους
traders
οικονομικό λόγο να το
κάνουν.
Αυτό σημαίνει ότι η
Ευρώπη ενδέχεται να
χρειαστεί ένα νέο
μοντέλο ασφάλειας
εφοδιασμού, στο οποίο η
αγορά θα παραμείνει ο
βασικός μηχανισμός, αλλά
το κράτος θα λειτουργεί
ως τελευταίο δίχτυ
ασφαλείας.
Για τον επόμενο χειμώνα,
πάντως, η χαμηλή
πληρότητα των αποθηκών
σημαίνει ένα πράγμα: η
ευρωπαϊκή αγορά φυσικού
αερίου εισέρχεται στην
περίοδο υψηλής ζήτησης
με μικρότερο
περιθώριο ασφαλείας και
μεγαλύτερη ευαισθησία σε
κάθε νέο σοκ προσφοράς.
|